Ξεκινήσαμε με δυο  πούλμαν από τη Νίκαια το πρωί του Σαββάτου 29/4και κατευθυνθήκαμε προς τη  Χαλκίδα, αφού στο μεταξύ παραλάβαμε πολλούς φίλους από το μετρό του Αιγάλεω και άλλες στάσεις.

Σταματήσαμε για μισή ώρα στην παραλιακή Αμάρυνθο ή Βάθεια, «μισοκοιμισμένη» ακόμα,  για καφεδάκι, κάποιο σνακ και … άλλες ανάγκες μας και συνεχίσαμε ως την Κύμη, όπου φτάσαμε κατά τις 11:00.

Πήραμε το F/B ΑΧΙΛΛΕΥΣ στις 12.00 για τη Σκύρο, το νησί που έχει συνδέσει το όνομά του με 4 ήρωες της μυθολογίας, τον Αχιλλέα και τον γιο του Νεοπτόλεμο, τον Θησέα και τον βασιλιά Λυκομήδη. Σε 2 ώρες περίπου ώρα φτάσαμε  στο λιμάνι της Λιναριάς

Ήδη ήταν μεσημέρι  και καθίσαμε σε μια ταβέρνα στη παραλία,  όπου φάγαμε τη γνωστή αστακομακαρονάδα. Στη συνέχεια επιβιβαστήκαμε στα πούλμαν και σε λίγη ώρα βρισκόμαστε πάνω στη Χώρα ή Χωριό, την πρωτεύουσα της Σκύρου, όπου τακτοποιηθήκαμε στα δυο ξενοδοχεία μας «ΝΕΦΕΛΗ» και «ΠΕΡΙΓΙΑΛΙ» .

 Στις 18.00 με τη συνοδεία της εθελόντριας ξεναγού κ.  Μαρίας Αθανασιάδου αναχωρήσαμε  για  περίπατο, ξενάγηση, στα παραδοσιακά καλντερίμια και στην Καστροπολιτεία της Χώρας της Σκύρου με τη φανταστική θέα.

 Πήραμε τον κεντρικό λιθόστρωτο δρόμο, τη « μεγάλη στράτα », με τα μικρά και χαριτωμένα καταστήματα, τα ταβερνάκια και τα χαρακτηριστικά κατάλευκα σπιτάκια σε κυκλαδίτικο στιλ και σε ένα τέταρτο φτάσαμε στην άλλη άκρη του οικισμού, απ΄όπου η θέα προς τα Μαγαζιά ( κάποτε, στα χρόνια των Ενετών υπήρχαν εδώ μαγαζιά πράγματι, αποθήκες μπαρουτιού για την ακρίβεια ), τον Μώλο και ως πέρα τα Πουριά και το νησάκι του Αγ.Ερμολάου ήταν πανέμορφη και πανοραμική.

 

Ανεβήκαμε στην ιστορική Μονή Αγίου Γεωργίου (963μ.χ.)  και την ώρα που βασίλευε ο ήλιος φτάσαμε ψηλά μέχρι το κάστρο.

 Ύστερα κατεβήκαμε στην « πλατεία της αιώνιας ποίησης », με το ορειχάλκινο άγαλμα που στήθηκε εκεί προς τιμήν του Βρετανού ρομαντικού ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ, φιλοτεχνημένο από τον γλύπτη Μ.Τόμπρο.

Ο Βρετανός φιλέλληνας ποιητής Ρούπερτ Μπρουκ άφησε στο νησί την τελευταία του πνοή, αφού μολύνθηκε από τσίμπημα κουνουπιού, τον Απρίλιο του 1915, στη διάρκεια του Α΄ Παγκ.Πολέμου. Η τελετή της ταφής του έγινε βιαστικά, γιατί η μοίρα του έπρεπε να πλεύσει προς τον Ελλήσποντο την επόμενη μέρα, μαζί με τους υπόλοιπους Συμμάχους. Χρόνια αργότερα η μητέρα του, αφού μετέφερε στην Αγγλία τα λείψανά του, παράγγειλε να γίνει το ταφικό μνημείο που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης και πάνω στο οποίο, σε μια πλάκα μαρμάρινη, είναι γραμμένο το ποίημα του Μπρουκ « Ο Στρατιώτης ».

Δείπνο  σε τοπικά ταβερνάκια και επιστροφή στα ξενοδοχεία μας για διανυκτέρευση, γιατί οι πεζοπόροι έπρεπε να σηκωθούν πρωί την επόμενη μέρα.

Κυριακή πρωί και, αφού είχαν ήδη αναχωρήσει οι πεζοπόροι μας,  γύρω στις 9 επισκεφθήκαμε το περίφημο Λαογραφικό Μουσείο Φαλτάιτς και το Αρχαιολογικό Μουσείο.  Η ξενάγηση στις αίθουσες του Λαογραφικού πραγματικά μας εντυπωσίασε με τον πλούτο και τη μεγάλη ποικιλία και σπουδαιότητα των εκθεμάτων ( βιβλία, κεντήματα, υφαντά, έπιπλα και σκεύη, εργαλεία, πήλινα αγγεία με τη γνωστή λευκή διακόσμηση, λεπτοδουλεμένα ξυλόγλυπτα, ντοκουμέντα και ιστορικά έγγραφα, παλαιά και σπάνια βιβλία ). Δεν ξέραμε τι να πρωτοθαυμάσουμε!

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο επίσης μεγάλη εντύπωση μας έκαναν τα  ευρήματα από τον σπουδαίο αρχαιολογικό χώρο του Παλαμαρίου, της αρχαίας πόλης- λιμανιού της Σκύρου, με την ενδιαφέρουσα οχύρωση, που έδωσε μια εξαιρετική συλλογή από κεραμικά της πρωτοελλαδικής περιόδου ( 2.800 – 1.900 π.Χ.), αλλά και τα ευρήματα της γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου ( αγγεία με ωραία γεωμετρικά και άλλα μοτίβα, κοσμήματα κ.ά.). Σε ειδική αίθουσα του Αρχαιολογικού αναπαριστάται το Σκυριανό σπίτι με όλους τους λειτουργικούς του χώρους, μέσα από οικιακά σκεύη, διακοσμητικά, κεντήματα, σκυριανές φορεσιές και άλλα εκθέματα. Βγαίνοντας είχαμε την ευκαιρία να δούμε και μέρος των τειχών με τους ημικυκλικούς πύργους-προμαχώνες της κλασικής εποχής ( 4ου αι. π.Χ. ), που κατασκευάστηκαν, όταν οι Αθηναίοι είχαν τον έλεγχο του νησιού. Από πάνω μας το Βυζαντινό Καστρομονάστηρο του Αγ. Γεωργίου, προστάτη του νησιού, που χτίστηκε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή. Δίπλα ο ναός του Αγ.Αθανασίου του Αθωνίτη.

 

Κατόπιν  συνεχίσαμε  για Κατούνες, όπου παραλάβαμε τους πεζοπόρους, οι οποίοι είχαν κάνει μια πολύ όμορφη  διαδρομή στον Όλυμπο  της Σκύρου.

 

Η διαδρομή , ξεκίνησε από τη Χώρα και ανηφόρισε προς την περιοχή της Αναβάλσας, όπου βρίσκεται η κύρια πηγή υδροδότησης ολόκληρης της Σκύρου. Πέρασε  από τον  παλιό νερόμυλο και τα ασβεστοκάμινα που μαρτυρούν τις καθημερινές ασχολίες των Σκυριανών πριν από αρκετά χρόνια.

Ανηφόρισε μέσα από το πευκοδάσος  μέχρι τον Άγιο Μέρωνα με τη φανταστική θέα προς τη χώρα και το Κάστρο της.

 

Συνέχισε μέσα στο δάσος  μετά από μια θαυμάσια διαδρομή μέσα στα πεύκα και τις κουμαριές  έφτασε στη Παναγιά τη  Λυμπιανή. 

 

 Η Παναγία Λυμπιανή,  πήρε βέβαια το όνομά της από τη θέση της στον Όλυμπο, το ψηλότερο βουνό της Βόρειας Σκύρου. Το γραφικό αυτό ξωκλήσι είναι λαξευμένο στα έγκατα ενός θεόρατου ασβεστολιθικού βράχου σε υψόμετρο 330 μέτρων. Κτίστηκε περίπου στα 1798.

Για την είσοδο στον ναΐσκο έχουν χρησιμοποιηθεί δύο μαρμάρινες παραστάδες προχριστιανικής εποχής, ενώ δύο ακόμη μαρμάρινα θωράκια εξαιρετικής τέχνης βρίσκονται στο εσωτερικό του ξωκλησιού. Το ένα είναι εντοιχισμένο, ενώ το άλλο χρησιμοποιείται ως Αγ. Τράπεζα.

Οι πεζοπόροι, αφού ξεκουράστηκαν,  χωρίστηκαν σε 2 ομάδες: η μια ομάδα πήρε τον δρόμο για τις Κατούνες, όπου επιβιβάστηκε στο πούλμαν με τους τουρίστες και όλοι μαζί  πήγαμε στη γνωστή παραλία , Ατσίτσα,  για μπάνιο, αφού πρώτα περάσαμε από τη μικρή και χαριτωμένη παραλία της Κυρα-Παναγιάς, με τις λιγοστές ομπρελίτσες να περιμένουν μάταια πλέον τους καλοκαιρινούς επισκέπτες. Μας μάγεψε πραγματικά, η ονομαστή για τη γραφικότητα και ομορφιά της παραλία της Ατσίτσας, παρόλο που ήταν έρημη και η ατμόσφαιρα μελαγχολική λόγω του καιρού. Εδώ η πλούσια βλάστηση από πεύκα και ελιές φτάνει μέχρι τη θάλασσα και η εικόνα συμπληρώνεται από εντυπωσιακούς βράχους. Χαρακτηριστικό αξιοθέατο οι πέτρινοι πυλώνες και τα απομεινάρια από τις ράγες, που κατασκευάστηκαν από γερμανική εταιρεία στις αρχές του 20ού αιώνα για τη μεταφορά σιδηρομεταλλευμάτων από τα ορυχεία στο βουνό.

Η δεύτερη ομάδα συνέχισε από τη Λυμπιανή προς τη Μαύρη Πέτρα και Πυροθέα και ύστερα από 2 ώρες  έφτασαν  και αυτοί στην παραλία  Ατσίτσα.  Αφού κολυμπήσαμε στην όμορφη αυτή παραλία,  φύγαμε για τον Άγιο Πέτρο. Το τοπίο καταπράσινο και στη μέση του πουθενά, πρόβαλε η μεγάλη ταβέρνα « Άγιος Πέτρος », που μας περίμενε για το μεσημεριανό μας γεύμα. Τακτοποιηθήκαμε γρήγορα παρέες-παρέες στα ήδη στρωμένα τραπέζια, όπου μας γευτήκαμε ντόπιο κατσικάκι και διάφορα σκυριανά εδέσματα και σε λίγη ώρα είχε ξεκινήσει και το γλέντι με παραδοσιακά και λαϊκά τραγούδια.

Λίγο πριν φύγουμε, μας κέρασαν ζεστό ρακόμελο και  δυσανασχετώντας αναχωρήσαμε, για να ολοκληρώσουμε τον γύρο του νησιού από την εντυπωσιακή πράγματι πλευρά και την πιο εύφορη της Σκύρου.  

Συνεχίζοντας νότια συναντήσαμε τις παραλίες πρώτα του Αγίου Φωκά και του Πεύκου έπειτα, πραγματικού  παράδεισου ομορφιάς και ησυχίας, με τον ομώνυμο οικισμό χτισμένο ψηλότερα, μέσα στα καταπράσινα βουνά. Από τις ομορφότερες παραλίες της Σκύρου ο Πεύκος, λόγω της απάνεμης θέσης του, μας κατέπληξε κι εμάς.

 

Μια μεγάλη ομάδα,  πριν πάμε στα ξενοδοχεία μας, επισκεφτήκαμε  τα Πουριά , με τον ανεμόμυλο και τα ερείπια του αρχαίου λατομείου. Το τοπίο εντυπωσιακό με τους « φαγωμένους » βράχους από πωρόλιθο, που ορθώνονται δίπλα στη θάλασσα, και το εκκλησάκι του Αγ. Νικολάου σκαλισμένο μέσα στον έναν από αυτούς. Κατέχει ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των Σκυριανών. Ένας από αυτούς τους βράχους θυμίζει έντονα μανιτάρι και αυτό το πέτρινο φυσικό δημιούργημα της φύσης αποτελεί σήμα κατατεθέν για το νησί.

Απέναντι από τα Πουριά, στο νησάκι του Αγίου Ερμολάου, βλέπει κανείς το ομώνυμο κατάλευκο εκκλησάκι, στην ανατολική όψη του οποίου παλαιότερα οι ντόπιοι, στις 26 Ιουλίου, τη μέρα της γιορτής του αγίου, έδεναν κομμάτια από τα ρούχα των άρρωστων  παιδιών, ώστε ο αέρας να πάρει μαζί και τις αρρώστιες τους.

Ο Άγιος θεωρείται προστάτης των παιδιών. Με τα πόδια περπατώντας δίπλα στη θάλασσα επιστρέψαμε στα Μαγαζιά και από εκεί στα ξενοδοχεία μας.

Το βραδάκι  ελεύθερο και στον  χρόνο που μας απέμενε, ανηφορίσαμε πάλι τη «μεγάλη στράτα», κάναμε βόλτες στα σοκάκια και μιλήσαμε με ντόπιους, κάποιοι από τους οποίους μας επέτρεψαν να μπούμε και στα σπίτια τους – σωστά μουσεία κι αυτά – και το βράδυ δειπνήσαμε πρόχειρα  σε κάποιο από τα λιγοστά ταβερνάκια που ήταν ανοιχτά μέχρι αργά.

  Τη  Δευτέρα , Πρωτομαγιά,  φορτώσαμε τις αποσκευές μας και κατευθυνθήκαμε προς τον όρμο Αχίλλι, που πήρε το όνομά του από τον Αχιλλέα, γιατί από εδώ ξεκίνησε, λένε, για την Τροία, με τη συνοδεία μικρών Σκυριανών αλόγων .

 

Αφήσαμε πίσω μας τον γραφικό οικισμό Ασπούς, που πήρε το όνομά του από τους 2 ποταμούς Ασωπούς, οι οποίοι χύνονταν στην ομώνυμη παραλία.

 

 Στις  Μουριές επισκεφτήκαμε το Κτήμα με τα Σκυριανά Αλογάκια, μια μοναδική αρχαία ελληνική ράτσα  που επιβιώνει στη Σκύρο και   αριθμεί τα 190 μέλη από τα 300 (παγκοσμίως). Ξεναγηθήκαμε από τους ιδιοκτήτες, φωτογραφηθήκαμε με τα αλογάκια, κάναμε και τη δωρεά μας και φύγαμε

 

Επιστρέφοντας, αφήσαμε πίσω και δεξιά μας το οροπέδιο Άρι, όπου καλπάζει ένας μικρός πληθυσμός ελεύθερων  Σκυριανών μικρόσωμων αλόγων, και προχωρήσαμε προς τον όρμο της Καλαμίτσας ,  όπου κάναμε μπάνιο και μια μικρή πεζοπορία μέχρι  την πηγή Νύφι, κοντά στον δρόμο, απ΄όπου πηγάζει λίγο νεράκι από το βουνό.

 

Το μεσημεράκι φτάσαμε στη Λιναριά, όπου μείναμε για γεύμα , καφεδάκι, γλυκό ή τα τελευταία μας ψώνια στα μαγαζάκια με ξυλόγλυπτα, κεντήματα και κεραμικά και άλλα σκυριανά ενθύμια.

Πήραμε το πλοίο στις 14.30, αποχαιρετίσαμε τη φιλόξενη Σκύρο και σε λιγότερο από 2 ώρα βρεθήκαμε απέναντι στην Κύμη. Περάσαμε πάλι από την Αμάρυνθο, με πιο έντονη κίνηση τέτοια ώρα, τη Χαλκίδα  και κατά τις 9:30 βρισκόμαστε πια στη Νίκαια, έχοντας αφήσει στο μετρό του Αιγάλεω αρκετούς φίλους μας.

Ευχόμαστε να ξαναγυρίσουμε στο όμορφο αυτό νησί, ίσως κάποια άλλη εποχή, την περίοδο των Απόκρεω, για να ζήσουμε από κοντά, σε καρναβαλικούς ρυθμούς, το έθιμο του «Γέρου και της Κορέλας», με τους κουδουνοφόρους να τριγυρνούν στα καλντερίμια του Χωριού…